«Το χειρότερο πράγμα δεν είναι η βία των κακών, αλλά η σιωπή των καλών»
Martin Luther King μέσω Ken Loach, Κάννες 2026
Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στο Εθνικό Θέατρο, όπου μετά από άμεσες anti-gentrification παρεμβάσεις, κινητοποιήσεις καλλιτεχνών, ηθοποιών, ακτιβιστών και του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, ακυρώθηκε η σειρά εκδηλώσεων «Είναι αμαρτωλή;», ανοίγουμε στον κουήρ χώρο ΛΑΛΑ τη Δευτέρα 8 Ιουνίου (Δευτέρα: μέρα ρεπό καλλιτεχνών του θεάτρου) ένα κάλεσμα για δημόσια συζήτηση.
Βρισκόμαστε αντιμέτωπα με ένα πρωτόγνορο κύμα artwashing, όπου τέχνη «κοινωνικού προβληματισμού» χρησιμοποιείται ως αισθητικό προπέτασμα καπνού για το ξέπλυμα γενοκτονικών καθεστώτων και την εξομάλυνση επενδυτικών σχεδίων του real estate που εκτοπίζουν τις γειτονιές της Αθήνας και αυξάνουν το κόστος ζωής των κατοίκων τους (στη σίτιση, στη στέγη, στην υγεία, στην κοινωνική τους αλληλεπίδραση και αναψυχή). Από ιδρυματικές φιέστες τύπου Plasmata στο Πεδίον του Άρεως μέχρι χορηγίες ξενοδοχειακών κολοσσών (Brown Hotel στην Ομόνοια), η επίφαση κοινωνικής ευαισθητοποίησης χρησιμοποιείται ως στρατηγική καμουφλαρίσματος του αστικού εξευγενισμού. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, τα καλλιτεχνά βιώνουν μια βαθιά ταξική ματαίωση, καθώς συχνά εργαζόμενα στον πολιτισμό καταλήγουν να εγκλωβίζονται σε έναν εκβιασμό επιβίωσης: για να εξασφαλίσουν τους όρους του βιοπορισμού τους, αναγκάζονται να εργαστούν μέσα στους θεσμούς και τα ιδρύματα που ιδιοποιούνται τους αγώνες τους και τους προσφέρουν ως παραστασιακό γεγονός με επικίνδυνες ελλείψεις στις καλλιτεχνικές φόρμες που διαστρεβλώνουν το κοινωνικό, συλλογικό όραμα, χωρίς το κόστος του ακτιβισμού και με μοναδικό όφελος τα λάφυρα της προπαγάνδας και της συγκάλυψης.
Παράλληλα, γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό να εξετάσουμε όλα μας τη θεσιακότητά μας (positionality), δηλαδή πού ακριβώς στεκόμαστε ταξικά, κοινωνικά και πολιτικά μέσα σε αυτό το σύστημα και από ποια σκοπιά κάνουμε τέχνη. Αναρωτιόμαστε: Ποια είναι η θέση μας, ποια τα προνόμια, οι ανάγκες ή οι συμβιβασμοί μας και πώς αυτά καθορίζουν τη σχέση μας με τους θεσμούς τέχνης, αλλά και τις θεματικές «κοινωνικού ενδιαφέροντος» με τις οποίες καταπιανόμαστε; Ποια είναι η ευθύνη μας ως καλλιτεχνά για φαινόμενα αισχρής οικειοποίησης τέτοιων θεματικών; Αναζητούμε κριτικά εργαλεία αντίστασης: Πώς μπορούμε να σταθούμε αυτόνομα; Πώς αντιστεκόμαστε στην ιδρυματοποίηση (συμπεριλαμβανομένης της εσωτερικευμένης ιδρυματοποιησης και της αυτολογοκρισίας) και πώς επαναδιεκδικούμε τον δημόσιο χώρο και την καλλιτεχνική μας ανεξαρτησία σπάζοντας τους όρους επιτήρησης που επιβάλλει ένα διαρκώς επεκτεινόμενο θεσμικό πανοπτικόν;
Τέλος, θέλουμε να θέσουμε στο τραπέζι και τη σχέση μεταξύ συλλογικής οργάνωσης και ατομικής ευθύνης. Πώς μεταφράζεται η προσωπική άρνηση και η ηθική στάση σε συλλογικό ανάχωμα, και ποια είναι τα όριά της όταν η επιβίωση πιέζει; Είναι εφικτό, μέσα από τη συλλογικότητα, να μοιραστούμε το βάρος των ταξικών μας περιορισμών και να δομήσουμε κοινότητες φροντίδας που θα στηρίξουν υλικά και ψυχικά όποια άτομα επιλέγουν να πουν «όχι»; Και τελικά: μπορούμε να ξαναθυμηθούμε τις ανάγκες μας και τους λόγους για τους οποίους αποφασίσαμε κάποτε να εμπλακούμε με την τέχνη;